Γράφει ο συγγραφέας στον πρόλογό του:Το ένδυμα, η φορεσιά είναι κάτι το μαγικό. Αλλάζει την όψη και την ψυχολογία του ανθρώπου, εκπέμπει μηνύματα, δημιουργεί συναισθήματα, ξυπνάει μνήμες.Το ένδυμα είναι τόσο παλαιό, όσο και ο άνθρωπος των σπηλαίων! Από τις πρωτόγονες κλωστές και τις προβιές έως τα σημερινά κοστούμια πέρασαν πολλά χρόνια. Αλλά ένα δεν άλλαξε: Η σημειολογία της ένδυσης!Από τον αρχαίο φύλαρχο, που για να είναι διακριτός από μακριά έφερε ιδιαίτερη ένδυση, έως τον μάγο-ιερέα-παππά, επίσης διακριτό από την αμφίεσή του, η ένδυση έπαιζε έναν συγκεκριμένο κοινωνικό ρόλο, που είχε ως στόχο να διακρίνεται ο φέρων/φορών από τον γυμνό, που κατά κανόνα ήταν στο περιθώριο, πένης και ασήμαντος. Ο πρώτος που μπορούσε να ήταν φορών ήταν ο βασιλεύς. Γι’ αυτό και ένας από τους πρώτους βασιλιάδες του πλανήτη, βασιλεύς του Άργους, της πρώτης πόλης του κόσμου, ονομάσθηκε Φορωνεύς.Στην ένδυση (αλλά και στα συγγενικά της, επίσης μαγικά, σημάδια υπόδηση-κόσμημα-κέντημα-κεφαλοκάλυμμα και ακόμη πιο ειδικά στην ψιμυθίωση και στον αρωματισμό) αποκαλύπτεται η οργάνωση και ο πολιτισμός ενός ολόκληρου λαού!Η υφαντική είναι πιθανουργική τέχνη. Στην αρχαία Σπάρτη ο είλωτας φορούσε χειμώνα-καλοκαίρι έναν σκούφο από δέρμα σκύλου και ένα δερμάτινο χιτώνιο. Οι «τρέσαντες» Σπαρτιάτες (όσοι συνελήφθησαν να τρέμουν στην μάχη και εκρίθησαν ένοχοι δειλίας) φορούσαν ισοβίως «...τρίβωνας προσερραμμένους χρώματος βαπτού», δηλ. μανδύες με χρωματιστά μπαλώματα, ώστε να μπορεί όποιος πολίτης τους συναντούσε στον δρόμο να τους εντοπίζει και να τους λοιδωρεί… Οι στιγματισμένοι δεν μεταμπίσχονταν.Το μήκος της φουστανέλλας οι Ρουμελιώτες το άφηναν πάνω απ’ το γόνατο, ενώ στην Πελοπόννησο λίγο πιο κάτω απ’ το γόνατο. Έτσι από μακρυά εγνώριζες εάν αυτός που έρχεται είναι κοντοχωριανός σου. Και εάν ζύγωνε ακόμη περισσότερο, μπορούσες να ιδείς την πάτρα του, εάν είναι ίσως και συγχωριανός σου, κι ας μην τον ήξερες!Το ίδιο κι οι κοπέλλες. Έπεμπαν το μήνυμα, εάν ήταν λεύτερες, αρραβωνιασμένες, υπανδρεμένες (χωρίς παιδιά ή με παιδιά και μάλιστα με πόσα!) ή χήρες. Πλούσιες ή πτωχές. Από ποια περιοχή και ποιο χωριό, ακόμη-ακόμη. Ποια η θρησκεία τους και ποια η θέση τους στην τοπική τους κοινωνία.Το ίδιο και η φορεσιά, αυτή καθεαυτή κάθε τόπου πέμπει μήνυμα με τα χαρακτηριστικά του τόπου: Εάν είναι ορεινός ή πεδινός, παραθαλάσσιος, παραποτάμιος ή παραλίμνιος, εάν οι κάτοικοί του είναι κτηνοτρόφοι, αλιείς, γεωργοί ή έμποροι, πλούσιοι ή πτωχοί, με ποιους άλλους λαούς συναλλάσσονται, ποιον Θεό πιστεύουν, κλπ.Γι’ αυτό η λέξη «ένδυσις» στα αρχαία ελληνικά είναι συνώνυμη της λέξεως «κατάδυσις», γιατί δύει (βουτάει) στα ενδότερα της ψυχής και του χαρακτήρα του φορώντος και του τόπου. «Ενδύω» σημαίνει και «εισχωρώ», γιατί οι γυναίκες στους αργαλειούς, με τα ειδικά τραγούδια, και οι ελληνορραφτάδες στην συνέχεια εισχωρούσαν στην ψυχοσύνθεση του ενδύματος, του υφάσματος, του φορώντα και της πατρίδας του, για να τονίσουν, αλλά να μην προδώσουν μυστικά. Γιατί αυτά τα μικρά μαγικά σημαδάκια, όσο ωφέλιμα μπορούσαν να αποδειχθούν σε μια τυχαία συνάντηση, άλλο τόσο μπορούσαν να αποβούν μοιραία και επιβλαβή γι’ αυτόν που τα φέρει…Καλό ταξείδι, λοιπόν, στον μαγικό κόσμο της ελληνική φορεσιάς. Γιατί η ένδυση έχει σχέση με τα ενδότερα, τα μύχια της ψυχής και της σκέψης…Κυκλοφόρησε με την εφημερίδα ¨Ελευθεροτυπία¨ τον Αύγουστο του 2008.

Τελευταία Ενημέρωση (Δευτέρα, 19 Απριλίου 2010 22:43)